Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

..μαγεία



...όταν λύνεις τα μαλλιά σου,
ουράνιες κιθάρες πλέκουν ύμνους,
τα χέρια μου γίνονται φτερά
και να πετάξω θέλω...
όπως στα όνειρά μου,
γιατί όνειρο είσαι και χάνεσαι,
την ανάσα μου ρουφάς ρυθμικά
κι ανεπαίσθητα μειδιάματα σκορπάς...

...όταν λύνεις τα μαλλιά σου,
αρώματα ξεχύνονται και με κυριεύουν,
κύματα χρυσά του ήλιου με θαμπώνουν.
Κουρνιάζουν απαλά σαν φως ανατολής στους ώμους σου...
και γω κλέφτης θέλω να γίνω,
κλέφτης της δικής σου αφής, της δικής σου σαγήνης...

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

7+1

Η καλή freedula μe προσκάλεσε να γράψω 7+1 πράγματα που με συγκίνησαν (σημάδεψαν) μέσα στη χρονιά που μας πέρασε...

Θα ξεκινήσω από το +1 που είναι και το πιο σημαντικό και δεν είναι ένα, είναι 365, 365 στιγμές, 365 ημέρες, που βράδυ πριν κοιμηθώ, έριχνα μια τελευταία ματιά στα δωμάτια των παιδιών μου. Η ειρήνη και η αγάπη που αποπνέει ένα παιδί που κοιμάται χορτάτο, καθαρό και ήρεμο είναι για μένα συγκλονιστική, είναι η μοναδική καθημερινή στιγμή που δεν αλλάζω με καμία.

Κι η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει (η σειρά είναι τυχαία):

7. Μια σημαντική ηθική και επαγγελματική δικαίωση μετά από 18 χρόνια προσφοράς ξεκαθάρισε το επαγγελματικό τοπίο και έβαλε τη δουλειά μου σε πιο σταθερή πορεία.

6. Η δημιουργία αυτού του ιστολογίου και η επαφή μου (σχεδόν καθημερινή) με ανθρώπους που συχνά πυκνά με συγκινούν και η ανταλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων, άνοιξε ένα καινούργιο παράθυρο με θέα στο αυθαίρετο της ζωής μου.

5. Η εμπέδωση και ενδυνάμωση μιας φιλίας που κρατάει από τα γυμνασιακά χρόνια και συνεχίζεται και σε επαγγελματικό επίπεδο.

4. Η αποκάλυψη ενός ακόμη δικού μου ανθρώπου στο επαγγελματικό περιβάλλον, που πιστεύω κρύβει αρκετή ποίηση μέσα του και αποτελεί μια πραγματική όαση στη μιζέρια της δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας.

3. Οι φετινές διακοπές στη Σκύρο, το μπάνιο στον Αγιο Φωκά, οι καλοί άνθρωποι, η αλμύρα στα κορμιά μας.

2. Δύο βόλτες στην Πάρνηθα, μια στην αρχή του χρόνου, με χιόνια, έλατα, παιδικά παιχνίδια, και μια προς το τέλος, με βροχή, ομίχλη, καμένα... Αφού καταφέραμε και κάψαμε (μεταξύ άλλων) και την Πάρνηθά μας, είμαστε άξιοι της τύχης μας...

1. Αυτό θα το κρατήσω για μένα... χεχεχεχε

Προσκαλώ, όποιον από σας θέλει, να αρπάξει τη συνέχεια της αλυσίδας και να συνεχίσει το παιχνιδάκι.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Chaka Khan - Aint Nobody

Kαι επειδή μ'έφαγε ο πυρετός... Κάτι για να τον ανεβάσω κι άλλο :)

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2008

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Εχουμε και λέμε: Πήρα μια πρόσκληση ή μάλλον δύο προσκλήσεις (μία από την talisker_stt και μία από την 3partiesaday) για τρία αγαπημένα ποιήματά μου και ένα τραγούδι. Οσον αφορά το τραγούδι θα σας απογοητεύσω, καθόσον δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα και μόνο, οπότε σας παραπέμπω σε παλιότερό μου ποστ με μερικά από τα αγαπημένα μου:

http://adaeus.blogspot.com/2007/05/20.html

Θα σας εκμυστηρευτώ τώρα κάτι. Μια μεγάλη μου αμαρτία. Πάνε πολλά χρόνια που έχω να διαβάσω ποίηση. Δεν ξέρω γιατί, ίσως δεν το έχω ανάγκη, ίσως επειδή κάτι κουτσογράφω και γω και δεν θέλω να επηρεάζομαι στο παραμικρό, ίσως επειδή δεν υπάρχουν πια ποιητές, ίσως επειδή δεν ξέρω τι είναι ποίηση τελικά.... Πάντα μ'άρεσαν οι σκοτεινοί ποιητές (όπως στην καλή μου talisker) και ο Καρυωτάκης και ο Μαγιακόφσκι και ο Μποντλέρ και ο Χριστιανόπουλος.... Αλλά εδώ θα σας παραθέσω μόνο ένα (που δεν είναι ακριβώς ποίημα) του Ελύτη από το άξιον εστί και αμέσως θα σας παραθέσω τους λόγους:

1. Οταν το πρωτοάκουσα (απόδοση Κατράκη) έκλαψα.

2. Γιατί δεν είναι ακριβώς ποίημα και δεν έχει κανόνες, μέτρο, ρίμες.

3. Γιατί είναι αντρικό και ρομαντικό. Διότι οι άντρες πρέπει κάποτε να πολεμάνε, αλλά να κρατάνε την ποίηση στην ψυχή τους.

4. Γιατί αγαπάω αυτόν τον τόπο και είμαι πάντα έτοιμος να χύσω το αίμα μου γι'αυτόν (χωρίς να είμαι καθόλου εθνικιστής).

5. Γιατί έχει αυτό το απόσπασμα που έχω υπογραμμίσει και σημαίνει πολλά για μένα.


Η πορεία προς το Μέτωπο

Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να κινησουμε

παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να

πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα ως Τεπελενι.

Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον

οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.

Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι

μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου

ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να γυρισουμε στο μονο

αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των

πολυβολων.

Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με

κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο.

Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες

φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι

σοβαροι κι αμιλητοι, φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.

Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες

πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο

κι απ' την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η σφυριχτρα,

σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου

ξημερωσει και μας βαλουνε στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή

τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.

Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε

ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και

που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια

και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.

Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το

γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια,

και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη

τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο,

δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες

και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα

περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97

ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και

σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια,

χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να

λογαριαζουμε αλλο τιποτε. Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους

ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα

- ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε

Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες

εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες

στην ψυχη μας.

Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς,

μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,

δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο

και το γρηγορο των πολυβολων. Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'

αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι

νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο

για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για

σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που

ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου", "όι, όι μανα μου", και

καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο

ρογχος του θανατου.

Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα

γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα

ή σοκολατες. Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια

μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.

Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν

μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.

Καλώ τέλος όποιον από σας θέλει να ακολουθήσει αυτό το όμορφο παιχνίδι.


ΥΓ. Το ποστ αυτό με βρήκε στο κρεβάτι με πυρετό. Είχα να κάνω πυρετό χρόνια και ζαμάνια και έτσι είμαι πολύ down.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

XTM-Fly on the wings of love

Eπειδή αρέσει στα παιδιά μου, επειδή είναι χαρούμενο και ντούπου ντούπου, επειδή κερδίσαμε σήμερα τους πράσινους και είδαμε 2 από τα ωραιότερα γκολ που έχουν μπει ποτέ...

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Φιλί

Ωκεανός αρμύρας στο κόκκινο,
στο κόκκινο κραγιόν σου...
Βύσσινα σωσίβια τα χείλη σου,
απαλά τα δάγκωσα για να σωθώ...
Εγώ, εγώ να πάρω την αλμύρα τους,
γλυκά να τα παραδώσω πάνω μου...
Κλειστά μάτια, ανοιχτή καρδιά,
μουσική η ανάσα σου με ταξιδεύει.
Δυόσμο μυρίζει το στόμα σου,
παιδική τσίχλα, φυλλαράκι να σε μασώ.

Στη μουσική του φιλιού σου,
να λιώσω, να χαθώ, να λιγοθυμώ...
περήφανος εγώ θαυμαστής της απαλότητάς σου.
Ιστούς έπλεξα για να σε παγιδέψω,
με αφή αράχνης να ψηλαφώ τη μορφή σου.

Τα αδρά μου χέρια, βεβήλωσαν το βελούδο σου...

...ανάσα ήσουν, αέρας υγρός, πρωτοβρόχι Σεπτέμβρη,
τα όνειρά μου από τότε στοιχειώνεις,
μάγισσά μου εσύ και νεραϊδα...
έλα, για μια φορά μόνο, έλα,
κι εγώ θα σου χαρίζω την ψυχή μου...
για ένα, μόνο ένα σου φιλί!

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

I WILL ALWAYS LOVE YOU DOLLY PARTON

Γιατί η Dolly το έγραψε και το πρωτοείπε, και γιατί η 3pad μου τη θύμισε :)

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

PURESSENCE - Don't Know Any Better

Απλά γιατί μ'αρέσει :)

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

Παλιό λεωφορείο.



Η ζωή μου σαν παλιό λεωφορείο...
Μεταφορά Μέσης Μάζας.
Τέρμα τα δίφραγκα είπε ο εισπράκτορας,
σε ένα κάθισμα που τρίζει....
ένα άγγιγμα, δύο ματιές,
τρία τηλέφωνα δάκρυα, τέσσερις φορές σε είδα,
πέντε, φτου και βγήκα.
Ωρες ατελείωτες σε στάσεις, στάσεις όχι χαμένες,
ώρες που μιλούσες, με τους άλλους ή τον εαυτό σου.
Στάσεις για το φροντιστήριο και τη δουλειά...
αγάπη μιας ματιάς, προσμονή ενός μειδιάματος
που ξεκίνησε και ποτέ δεν ξεχύθηκε.

Λεωφορεία μιας ζωής να αγκομαχούν,
καταφύγιο στο κρύο, σαν το χνώτο στο τζάμι.
Πάντα μου ζωγράφιζες χαμόγελα
και μετά με το μανίκι τα μουτζούρωνες,
κανείς να μη τα δει, μετά που θα κατέβουμε.
Στην ίδια στάση...
παιδιά με όνειρα κατακόκκινα...
Τώρα μένουμε σε άλλες συνοικίες.
Το Περιστέρι πέταξε και πήγε βόρεια,
έμεινε όμως η συνήθεια.
Ισως και η ανάγκη να μείνω ο ίδιος,
ένα παιδί που λιποθυμά και ξαπλώνει στις ρίζες του.
Ενας άπλος άνθρωπος, σαν τους άλλους που παίρνουν το ίδιο λεωφορείο,
ίδιο λεωφορείο, άλλες ζωές...
κι'όμως όλοι μαζί μέσα, καμιά φορά να σπρωχνόμαστε,
άλλες να μοιραζόμαστε...
στο λεωφορείο...

Στο λεωφορείο που είναι η ζωή μου,
σε ημερήσιες φωτεινές διαδρομές να ταξιδεύει,
να μου θυμίζει εσένα γειτονόπουλο...
που σ'αδίκησα ίσως...
Έλα όμως, σου κράτησα μια θέση με παράθυρο,
παράθυρο στη ζωή μου...