Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

Catch the ball!!!!

















Παιδική Έκθεση του μαθητή του 11ου Δημοτικού Σχολείου Περιστερίου Α.Κ.


"Τι θυμάμαι από τη γιαγιά μου"

Θυμάμαι τη γιαγιά μου. Ιδια φυσιογνωμία πάντα, ίδια γερασμένη, ίδιο σκαμμένο πρόσωπο, ίδια ρυτιδιασμένα χέρια... πάντα ίδια. Τώρα που το σκέφτομαι, πρέπει να ήταν αρκετά νέα, όταν χήρεψε το 1967, μα εγώ τη θυμάμαι πάντα με μαύρα, αδύνατη και γιαγιά. Γερασμένη και ταλαιπωρημένη, ο χρόνος να μαρτυρά στο πρόσωπό της κάθε δύσκολη μέρα, κάθε ώρα από τα βάσανα που πέρασε.
Γοργή και σβέλτη ήταν η γιαγιά μου, ποτέ δεν τη θυμάμαι να πλέκει ή να κεντάει, ίσως γιατί ήταν πάντα τόσο αεικίνητη. Κι αυτό είναι που κληρονόμησα απ'αυτή (η μάνα μου κι εγώ και τούτη που μου πέταξε αυτή τη μπάλλα). Ισως να την ξεπέρασα κιόλας, ποτέ μου δεν περπάτησα χαλαρά, ποτέ δεν βόλταρα, πάντα στο τρέξιμο.
Εμενε κοντά μας, μόνη της στη γκαρσονιέρα της, με το μπαλκόνι της να βλέπει στην πλατεία που παίζαν τα παιδιά. Ποτέ δεν έγινε βάρος, μόνο να προσφέρει ήξερε. Μόνιμη δικαιολογία στις προσκλήσεις της μάνας μας να έρθει στο εξοχικό για μερικές μέρες, ήταν τα καναρίνια και οι καρδερίνες της. Καρδερίνες που συνήθιζε να πιάνει με ξώβεργες στο μπαλκόνι της, λες και ήταν ακόμη πιτσιρίκα στα χωράφια της Ανω Μεράς.
Σιγά μην κένταγε η γιαγιά μου, η αδύνατη αεικίνητη γιαγιά μου. Αυτή ήξερε να ανεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά και να τρεχοβολάει στους χωματόδρομους στο Μπουρνάζι.
Είχε ένα μικρό μπαλκονάκι, το βασίλειό της, το παρατηρητήριο της. Ισα που χωράγαμε οι δυό μας, όταν συχνά την επισκεπτόμουν να της κάνω παρέα. Πάντα είχε παξιμάδια να με φιλέψει και συνήθως αμυγδαλωτά, εκείνα τα εξαίρετα της Μυκόνου, που όμοια τους δεν έχω ματαφάει από τότε.
Μαγείρισσα και νοικοκυρά από τις λίγες, ακόμη θυμάμαι τους ανυπέρβλητους κεφτέδες της, τις πατάτες τηγανητές και τα άλλα μυρωδικά φαγητά της, που ακόμη χαϊδεύουν τις αναμνήσεις του ουρανίσκου μου.
Διακριτική, όσο εκεί που δεν παίρνει, όταν κάτι καλοκαίρια με είδε στην αυλή με το πρώτο μου κορίτσι, ενώ οι γονείς απουσίαζαν, ρώτησε αν θέλουμε κάτι και αποχώρησε τρέχοντας. Στη μάνα μου ποτέ δεν είπε τίποτε, αθόρυβη και λιγομίλητη σε όλα της. Εζησε τη ζωή με μέτρο, ταπεινά και συνετά, όπως είχε μάθει από τους γονείς της και τον θεσπέσιο εκείνο άντρα της (τον παππού το Γιάννη), που ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του.
Χάθηκε κάποιο χειμώνα πριν 18 χρόνια, εντελώς άδοξα, αλλά εγώ θα την έχω πάντα μέσα μου. Τη γιαγιά μου Ειρήνη, που δεν είχε καμία σχέση με τη φωτογραφία, δεν ήταν η ήρεμη γιαγιά με τα παραμύθια και τα κεντήματα, αλλά εγώ ήθελα να μιλήσω γι'αυτήν, γιατί είμαι ένας μικρός μαθητής του δημοτικού και δικαιούμαι να είμαι εκτός θέματος.
Και επειδή πρέπει να πετάξω την μπάλλα, λίγο πριν αναχωρήσω για την όμορφη Σκύρο, σκέφτομαι να τη ρίξω στην καλή μου Μπόνη (το πολύ πολύ να με διαολοστείλει) με την εξής φωτογραφία:

5 σχόλια:

just me είπε...

Το ήξερα ότι θα γίνω "κάπως" με αυτά που θα έγραφες, αλλά δεν είχα σκεφτεί ότι θα μιλούσες για γιαγιάδες και παπούδες, που εγώ δεν γνώρισα κανέναν από τους τέσσερις...
Ωραία κατάθεση αναμνήσεων και συναισθημάτων.
Καλές διακοπές [και να σε προσέχουν τα κύματα :)]!

Aντώνης είπε...

Ax, αυτές οι γιαγιάδες. Μέσα μας επιδρούν περισσότερο κι από μαμάδες καμιά φορά...

MenieK είπε...

Αχ, βρε άθλιο πλάσμα!!! Είναι απίστευτο ότι έπιασες ακριβώς την πάσα όπως την σκεφτόμουν κι είναι απίστευτο που όσο με θυμάμαι γελάω ή γίνομαι "κάπως" που λέει κι η Just μαζί σου (ενίοτε ταυτόχρονα!)
Να μου προσέχετε εκεί στην Σκύρο! Μην ξεχνάς, πέταξαν τον Θησέα από τα βράχια οι σκυριανοί...

mondo είπε...

adaeus, να περάσεις όμορφα στη σκύρο... και παρεμπιπτόντως, μήπως πήρες από τη γιαγιά σου; :)

adaeus είπε...

Just me: Ευτυχία είναι να κάνεις κάποιους ανθρώπους να νιώσουν "κάπως". Ευτυχία είναι να σε προσέχουν τα κύματα, την ώρα που τα σκίζεις, πειθαρχημένα στην ευχή της.

Αντώνη: Εγώ δεν ξέρω ποια από τις δύο να πρωτοδιαλέξω [μάνα (γιαγιά) ή κόρη (μάνα)].

meniek: Δεν κλαίω πια για τη γιαγιά μας, χαμογελάω και χαίρομαι με τις εικόνες της.

mondo: θα ήμουν ευτυχής να έπαιρνα και περισσότερα!

Ευχαριστώ όλους για τις ευχές σας και μάλλον (γιατί ποτέ δεν ξέρεις) το μπλογκ θα σιγήσει για καμιά δεκαριά μέρες, κι αν ακουστεί κάτι μάλλον σε μπουρμπουλήθρες θα φέρνει...