Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2008

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Εχουμε και λέμε: Πήρα μια πρόσκληση ή μάλλον δύο προσκλήσεις (μία από την talisker_stt και μία από την 3partiesaday) για τρία αγαπημένα ποιήματά μου και ένα τραγούδι. Οσον αφορά το τραγούδι θα σας απογοητεύσω, καθόσον δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα και μόνο, οπότε σας παραπέμπω σε παλιότερό μου ποστ με μερικά από τα αγαπημένα μου:

http://adaeus.blogspot.com/2007/05/20.html

Θα σας εκμυστηρευτώ τώρα κάτι. Μια μεγάλη μου αμαρτία. Πάνε πολλά χρόνια που έχω να διαβάσω ποίηση. Δεν ξέρω γιατί, ίσως δεν το έχω ανάγκη, ίσως επειδή κάτι κουτσογράφω και γω και δεν θέλω να επηρεάζομαι στο παραμικρό, ίσως επειδή δεν υπάρχουν πια ποιητές, ίσως επειδή δεν ξέρω τι είναι ποίηση τελικά.... Πάντα μ'άρεσαν οι σκοτεινοί ποιητές (όπως στην καλή μου talisker) και ο Καρυωτάκης και ο Μαγιακόφσκι και ο Μποντλέρ και ο Χριστιανόπουλος.... Αλλά εδώ θα σας παραθέσω μόνο ένα (που δεν είναι ακριβώς ποίημα) του Ελύτη από το άξιον εστί και αμέσως θα σας παραθέσω τους λόγους:

1. Οταν το πρωτοάκουσα (απόδοση Κατράκη) έκλαψα.

2. Γιατί δεν είναι ακριβώς ποίημα και δεν έχει κανόνες, μέτρο, ρίμες.

3. Γιατί είναι αντρικό και ρομαντικό. Διότι οι άντρες πρέπει κάποτε να πολεμάνε, αλλά να κρατάνε την ποίηση στην ψυχή τους.

4. Γιατί αγαπάω αυτόν τον τόπο και είμαι πάντα έτοιμος να χύσω το αίμα μου γι'αυτόν (χωρίς να είμαι καθόλου εθνικιστής).

5. Γιατί έχει αυτό το απόσπασμα που έχω υπογραμμίσει και σημαίνει πολλά για μένα.


Η πορεία προς το Μέτωπο

Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να κινησουμε

παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να

πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα ως Τεπελενι.

Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον

οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.

Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι

μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου

ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να γυρισουμε στο μονο

αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των

πολυβολων.

Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με

κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο.

Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες

φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι

σοβαροι κι αμιλητοι, φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.

Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες

πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο

κι απ' την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η σφυριχτρα,

σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου

ξημερωσει και μας βαλουνε στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή

τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.

Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε

ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και

που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια

και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.

Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το

γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια,

και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη

τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο,

δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες

και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα

περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97

ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και

σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια,

χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να

λογαριαζουμε αλλο τιποτε. Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους

ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα

- ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε

Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες

εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες

στην ψυχη μας.

Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς,

μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,

δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο

και το γρηγορο των πολυβολων. Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'

αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι

νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο

για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για

σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που

ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου", "όι, όι μανα μου", και

καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο

ρογχος του θανατου.

Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα

γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα

ή σοκολατες. Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια

μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.

Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν

μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.

Καλώ τέλος όποιον από σας θέλει να ακολουθήσει αυτό το όμορφο παιχνίδι.


ΥΓ. Το ποστ αυτό με βρήκε στο κρεβάτι με πυρετό. Είχα να κάνω πυρετό χρόνια και ζαμάνια και έτσι είμαι πολύ down.

13 σχόλια:

Dawkinson είπε...

π ε ρ α σ τ ι κ α!
:((((

Αλεξάνδρα είπε...

Αμα θα σου πω πως η συγκεκριμένη αφήγηση από Μάνο Κατράκη με είχε αφήσει άναυδη. Πως ακόμα όποτε το βάζω συγκινούμαι;

Πολύ καλή επιλογή!

Περαστικούλια. Ξέρεις: η γρίπη είναι σαν τον έρωτα. Για να περάσει πρέπει να κάνει τον κύκλο της...

Talisker Stt. είπε...

Πρωτον περαστικα!
Γινε αμεσως καλα!

Δευτερον adaeus σε ευχαριστω που παρα την οχι καλη κατασταση υγειας ..εκανες αναρτηση..θα το εκτιμησω δεοντως:)

Σχετικα με την ποιηση εχει ακομα μια πιθανη αιτια..ισως απλα να εισαι σε πολυ καλη και αποδοτικη φαση απαιτητικη απο αποψη χρονου κλπ..αλλα κυριως καλα..

συμβαινει συχνα να σξεφτομαι πως διαβαζω οταν δεν ειμαι καλα , οπως και γραφω..
αλλιως δεν εχω την αναγκη..

κι αλλες φορες δεν μπορω να διαβασω αν δεν τα εχω ολα υπο ελεγχο και ξερω πως δεν θα με ενοχλησει κανεις παραγοντας ουτε εξωτερικος (κουδουνια , τηλεφωνα κλπ)ουτε εσωτερικος (ανησυχια , αγχος κλπ)

και τελικα ξερεις που καταληγω..οτι εμεις οι ερασιτεχνες ..οσο διαβασαμε διαβασαμε και οτι βασεις ηταν να παρουμε τις πηραμε..
δεν θελω να διαβαζω νεους και να πειραματιζομαι..
εχω αναγκη να διαβαζω τους ιδιους τους δικους μου πολλες και πολλες φορες οταν μπορω..

ολα τα αλλα..
αφθονο χρονο δηλαδη , αφθονη ηρεμια για αυτοσυγκεντρωση και ορεξη για νεα μονοπατια ισως τα ξαναβρουμε στην τριτη πια ηλικια..
..

γι αυτο να μην νιωθεις ασχημα για την μεγαλη σου αμαρτια..

αν θες σου λεω κι αλλες μεγαλυτερες!:)

Talisker Stt. είπε...

υ.γ
Νομιζω οτι πρωτη φορα μου αρεσε ο Ελυτης..

ειναι κι αυτη η γλωσσα η ανεπιτηδευτη και η αφηγηματικη..
το διαβασα ολο..!

Konstantja είπε...

Απόσπασμα από τη "Σονάτα του Σεληνόφωτος" του Γιάννη Ρίτσου.

"Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.

Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου."

Μακάρι να μπορούσα να επισυνάψω εδώ την ηχογράφηση με την ανάγνωση από τον ίδιο τον Ρίτσο.
Άν δεν την έχεις ήδη και την θέλεις μπορώ να στη στείλω.

Να γιάνεις γρήγορα!

όλα θα πάνε καλά... είπε...

H πορεία προς το Μέτωπο είναι από τα αγαπημένα μου πεζά του Ελύτη και με κάνει κι εμένα να δακρύζω κάθε φορά που το διαβάζω,σα να ναι η πρώτη.Ήταν το κείμενο που είχα αναλάβει να διαβάσω στην τρίτη γυμνασίου,για την 28η Οκτωβρίου,στη μαθητική μας γιορτή.Από τις πολλές αναγνώσεις το έμαθα στο τέλος απέξω.Το σημείο που με λίγωνε και το διάβαζα γρήγορα για να μην τρέξουν τα δάκρυα και αλλοιωθεί η χροιά της φωνής:"επειδή ψιχάλιζε....καθώς μες στην ψυχή μας".

Περαστικά.Σέρνεται γρίππη και ιώσεις.

Talisker είπε...

Eν τω μεταξυ δωσε κανενα σημειο ζωης!εισαι οκ?

μμ δεν ξερω και κανενα ποιημα για τη γριππη

-να σου σκαρωσω ενα?:)

adaeus είπε...

dawk: ευχαριστώ :)

αλεξάνδρα: Χαίρομαι που συμφωνούμε. Και πόσο κρατάει ο κύκλος?

talisker_stt.: Aργεί ο κωλοκύκλος της. Αυτά που λες για την ποίηση θα μπορούσαν να χουν βγει και από το δικό μου στόμα. Για πες μου λοιπόν τις μεγαλύτερες :)

Χαίρομαι που σ'άρεσε η επιλογή μου.

kontstantja: Κι αυτό είναι από τα αγαπημένα μου, σ'ευχαριστώ πολύ :)

o.θ.π.κ.: Μα είναι καταπληκτικό :)... Αν σέρνεται λέει??? με τσάκισε.

talisker: Δηλώνω παρών και με λιγότερο πυρετό (σήμερα δεν πήγα γραφείο).

purple είπε...

απο ποιηση να πω την αληθεια δεν ξερω πολλα οτι διαβασα μου αρεσε!!!
περαστικαααααααα :-)

adaeus είπε...

Σ'ευχαριστώ καλή μου purple :)

Pussy Galore είπε...

Ελπίζω να ανάνηψες adaeus. Άντε σιδερένιος. Εγώ δεν έχω ακούσει τη διήγηση από τον Κατράκη αν και μπορώ να τον φέρω στο νου και στα αυτιά μου΄. Έχω όμως πολλάκις ακούσει εις το παρελθόν τον πατέρα (θα πρέπει να είναι της ίδιας γενιάς του 19 ο πατέρας μου) μου να περιγράφει τις πορείες στα βουνά με τη λάσπη ως πάνω από το γόνατο, τις ψείρες, τα μουλάρια και τις σκέψεις που είχαν. Και σε διαβεβαιώ ότι πολλές φορές μου ήρθαν δάκρια στα μάτια.
Σου εύχομαι ένα καλό Σ/Κ.

prasino liker είπε...

Πολυ συγκινητικες οι αφηγησεις ολων αυτων που ταλαιπωρηθηκαν στα χρονια εκεινα του πολεμου.Απιστευτες καταστασεις που η καινουργια γενια ειναι αδυνατον να καταλαβει.
Περαστικα σου ευχομαι και γρηγορα πορεια προς ενα χαρουμενο κοσμο.

prasino liker είπε...

Πολυ συγκινητικες οι αφηγησεις ολων αυτων που ταλαιπωρηθηκαν στα χρονια εκεινα του πολεμου.Απιστευτες καταστασεις που η καινουργια γενια ειναι αδυνατον να καταλαβει.
Περαστικα σου ευχομαι και γρηγορα πορεια προς ενα χαρουμενο κοσμο.