Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Κυριακή (9/12)



Εχει άραγε αξία να μνημονεύεται
μια ονομαστική γιορτή;
Μήπως μια συνήθεια ήτανε
παλιά και τυπική;

Απάντηση δεν έχω, δεν ψάχνω για να βρω.
Μου αρκεί που τις θυμάμαι, τις έχω στο μυαλό.
Τη μάνα μου, την κόρη μου, την παιδική μου φίλη,
όνομα που με μάγεψε στου Νιόνιου τα δυό χείλη.

Κι αν κάποια δεν υπάρχει πια, τι σημασία έχει;
Κληρονομιά μου άφησε ευγένεια κι αγάπη.

Τέτοια κληρονομιά και εγώ στην κόρη μου θ'αφήσω,
αστέρια, παραμύθια, λουλούδια και αρώματα μαζί.

Παιχνίδια, θάλασσες, βουνά και ανθισμένους κάμπους,
διακοπές, κούκλες, ζωάκια, πατίνια και φιογκάκια.

Σκουλαρίκια ζαχαρωτά, σοκολατένια χτένια,
κορδέλες, πασχαλίτσες, γλυκά και καραμέλες.

Μολύβια, πινέλα, τέμπερες, χαρτιά και ακουαρέλες
να ζωγραφίζει ανέμελα τις παιδικές της τρέλες.

Μπορώ να της τα δώσω αυτά
και ακόμη περισσότερα, καλύτερος αν γίνω,
ελεύθερη και δυνατή,
να την καμαρώνω, και μόνος μου ας μείνω.


Χρόνια Πολλά στις δικές μου και σ'όλου του κόσμου τις Άννες.

Σάββατο

Σήμερα ήταν Σάββατο, έμπνευση δεν υπήρχε...
σε υποχρεώσεις χώθηκα γι'αυτό και ποστ δεν είχε.
Θα επανέλθω όμως αύριο, που είναι Η ημέρα,
γιορτάζει η αγαπημένη μου κόρη μα και η μητέρα...

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

Παρασκευή (Υπάρχει Αγιος Βασίλης;)



Ηταν Παρασκευή και στόλιζαν,
Χριστούγεννα και έλαμπαν τα παιδικά,
πρόσωπα, αστέρια, λαμπιόνια μαγικά
και κείνος τα αγκάλιαζε με τα ενδότερά του.

Εφευγε ο χρόνος και κυλούσε,
ρυτίδιαζε τα κουρασμένα πρόσωπα,
τον κόσμο ξεγελούσε,
πίσω του άλλος ερχότανε, ίσως αγκομαχούσε.

Κοντοστάθηκε κι αφουγκράστηκε
τα γέλια των παιδιών,
άραγε πότε κουράστηκε,
πριν πόσα ρεβεγιόν;

Χαμογέλασε, έσκυψε και αγκάλιασε,
όχι ανθρώπους μα ψυχές,
γλύκανε κι η ψυχή και πέταξε,
για χώρες μακρινές.

Θάθελε νάταν μάγος, ένας μικρός θεός,
να μοίραζε νερό και τρόφιμα στα σπίτια των φτωχών.
Ν'ακούγονται γλυκές φωνές απ'τις καλύβες τους,
κι'ας χάριζε ό,τι είχε πολύτιμο, την ευτυχία του.

ΥΓ. Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά, που με ρωτάνε αν υπάρχει Άγιος Βασίλης, με μάτια σαν κι'αυτά.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007

Πέμπτη (συννεφιασμένη μα στο βάθος αισιόδοξη).


Τώρα πια δεν μου μιλάς
και στρίβεις στο δρόμο σαν με δεις,
εσύ που μου 'σφιγγες το χέρι
και έψαχνες το στήθος μου για να κρυφτείς.

Τώρα πια δεν μου μιλάς,
την απουσία μου πας να συνηθίσεις,
έφυγες μια μέρα έτσι απλά,
θλιμμένη επειδή δεν είχα απαντήσεις.

Τώρα πια δεν μου μιλάς,
τα αγγίγματά μας πουλιά αποδημητικά,
ξέμειναν στο ταξίδι ανήμπορα,
σε χώρα μακρινή, μετά απ'ωκεανό βρήκαν στεριά.

Χειμώνιασε, δεν μου μιλάς,
ελεύθερη θέλω νάσαι, ψηλά να πετάς
τη ζωή χρυσοκέντητη να υφαίνεις
στα δύσκολα να μη σταματάς.