
... το βλέμμα του σκοτείνιασε,
οι ρυτίδες απέκτησαν σκιές,
τα χείλη έσμιξαν...
οργή την είπαν,
κανείς δεν τρόμαξε όμως,
έμεινε στην ψυχή τους μια στάλα χαράς,
ότι αυτοί ήταν καλοί, ενώ εκείνος ο γεροπαράξενος...
εγώ όμως είδα τον φόβο στα μάτια του...
συγγνώμη...
μα πάντα θα σου κρατώ το ρυτιδιασμένο χέρι...
άλλαξες,
άλλαξα, αλλάζω...
έγινα εγώ ο πατέρας και συ ο γιός...


